Μηχανικοί και Ευκαιρίες Εργασίας

Εθελοντική αναζήτηση ευκαιριών από μηχανικούς για μηχανικούς

ΔΙΑΡΘΡΩΤΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ και ΕΣΠA

Posted by fch στο Μαρτίου 8, 2010

Άρθρο για τα διαρθρωτικά προβλήματα της Χώρας, την εμπειρία από το Γ΄ΚΠΣ και την ανάγκη αξιοποίησής της στην πορεία του ΕΣΠΑ.

Του Ν. Διακουλάκη, μέλους της Ομάδας Εργασίας του ΤΕΕ για το ΕΣΠΑ.

(Ο Νίκος Διακουλάκης διετέλεσε Ειδικός Γραμματέας για την Ανταγωνιστικότητα στο Υπουργείο Ανάπτυξης την περίοδο 2000-2004)

Μάχη με το χρονόμετρο. Διαρθρωτικά προβλήματα και ΕΣΠΑ.

Η προσπάθεια για την αντιμετώπιση της βαθιάς οικονομικής κρίσης, θα πρέπει να στοχεύει ταυτόχρονα, τόσο στην προβληματική δημοσιονομική διαχείριση, όσο και τη χρόνια διαρθρωτική καθυστέρηση, αλλά και την απειλή της ύφεσης. Περαιτέρω καθυστέρηση στη λήψη διαρθρωτικών και αναπτυξιακών μέτρων, μας βάζει σε έναν φαύλο κύκλο που δυσκολεύει, συν τοις άλλοις, και την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων, αφού ολοένα και λιγότερα έσοδα θα εισρέουν στα δημόσια ταμεία.

 Ήδη έχουμε αρνητικά μηνύματα, με το ρυθμό ανάπτυξης να έχει μειωθεί κατά 2% και τη βιομηχανική παραγωγή κατά 9,4% το 2009, ενώ η ανεργία εκτοξεύτηκε στο 10,6%. Σε περίοδο μεγάλων ελλειμμάτων, με τους εθνικούς δημόσιους πόρους να σπανίζουν, η χρηματοδότηση των αναπτυξιακών πολιτικών επαφίεται στα Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης που συγχρηματοδοτούνται γενναία από τα Διαρθρωτικά Ταμεία της ΕΕ. Το εν εξελίξει χρηματοδοτικό μέσο, το γνωστό Εθνικό Στρατηγικό Πλαίσιο Αναφοράς (ΕΣΠΑ), ύψους 26 δις ευρώ, καλύπτει την περίοδο 2007-2013, με δυνατότητα επέκτασης κατά 2 έτη που σίγουρα θα χρειαστούν με δεδομένη την ελάχιστη πρόοδο που έχει σημειωθεί μέχρι σήμερα και ενώ πλέον διανύουμε το 4ο έτος της εφαρμογής του.

Με βάση όμως την εμπειρία από τα προηγούμενα Κοινοτικά Πλαίσια, μπορούν να εξαχθούν τρεις βασικές διαπιστώσεις σε σχέση με την ουσιαστική αξιοποίηση των πόρων και όχι απλώς την απορρόφησή τους: Πρώτον, απουσιάζουν κατά κανόνα τα θεσμικά μέτρα που θα πρέπει να συνοδεύουν και να υποστηρίζουν τις αναπτυξιακές επιλογές και τις χρηματοδοτήσεις, ώστε να προωθούνται ταυτόχρονα ουσιαστικές και βιώσιμες λύσεις στα διαρθρωτικά προβλήματα της χώρας.

 Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ τα προηγούμενα Κοινοτικά Πλαίσια υλοποιήθηκαν, κατά το μεγαλύτερο διάστημα, σε συνθήκες δημοσιονομικής σταθερότητας και υψηλών ρυθμών ανάπτυξης, εντούτοις δεν απετράπη η κατρακύλα της διεθνούς ανταγωνιστικότητας των ελληνικών προϊόντων και υπηρεσιών, με την Ελλάδα να χάνει, τα τελευταία 6 χρόνια, 35 θέσεις στη σχετική κατάταξη του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ. Δεν έχει αποφευχθεί, επίσης, η συνεχής υποβάθμιση της ελκυστικότητας της χώρας ως προς την επιχειρηματικότητα και τις επενδύσεις, όπως χαρακτηριστικά δείχνει η 109η θέση (10 θέσεις κάτω από πέρυσι) στην αντίστοιχη κατάταξη της Παγκόσμιας Τράπεζας. Η νέα κυβέρνηση έχει μακρύ και δύσκολο δρόμο, ενώ οι ανάγκες στήριξης της πραγματικής οικονομίας και της κοινωνίας εν μέσω κρίσης, είναι πιεστικές

Το συμπέρασμα είναι ότι, πέρα από την απορρόφηση των πόρων, η αποτελεσματικότητα των Κοινοτικών Πλαισίων Στήριξης όσον αφορά στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, την αναβάθμιση των υποδομών και την ποιότητα των υπηρεσιών, προϋποθέτει μια παράλληλη δέσμη διαρθρωτικών πολιτικών, αλλαγών και μέτρων βελτίωσης των επιδόσεων σε όλους τους τομείς της δημόσιας διοίκησης και αυτοδιοίκησης, της κυβερνητικής λειτουργίας, της επιχειρηματικής δραστηριότητας, της απασχόλησης, της έρευνας-τεχνολογίας και της εκπαίδευσης, κατάρτισης και αναβάθμισης του ανθρώπινου δυναμικού.

 Δεύτερον, έχει καταγραφεί ένα έλλειμμα ανάμεσα, αφενός στον αρχικό σχεδιασμό και προγραμματισμό και, αφετέρου στα τελικά αποτελέσματα από την εκτέλεση των προγραμμάτων, τόσο ως προς την τήρηση των επιλογών, των χρονοδιαγραμμάτων και των προϋπολογισμών, όσο και ως προς την ομαλή ροή της απορρόφησης των πόρων.

 Έτσι, ενώ ο σχεδιασμός των προγραμμάτων και η επιλογή στόχων, στρατηγικών και αξόνων προτεραιότητας εμφανίζονται επαρκή, ολοκληρωμένα και συμβατά με τις Στρατηγικές Κατευθυντήριες Γραμμές και τους στόχους των Διαρθρωτικών Ταμείων της ΕΕ για τη συνοχή, τη σύγκλιση και την αύξηση της ανταγωνιστικότητας, η εικόνα διαφοροποιείται σημαντικά στην πορεία. Και διαφοροποιείται κυρίως εις βάρος των πιο διαρθρωτικού και πολλαπλασιαστικού χαρακτήρα έργων και δράσεων των Κοινοτικών Πλαισίων (παραγωγικές υποδομές, σιδηρόδρομοι, νέες τεχνολογίες, έρευνα, καινοτομία, ανασυγκρότηση δημόσιου τομέα, αναβάθμιση ανθρώπινου δυναμικού, νέες δεξιότητες, αναδιάρθρωση αγροτικού τομέα).

Τελικά, κάτω από την πίεση των αδυναμιών στους τομείς αυτούς και της λογικής «να μη χάσουμε πόρους», επικρατεί η λογική της μεταφοράς πόρων σε «εύκολα» έργα υποδομών χαμηλής προτεραιότητας, πολλά μικρά τοπικά έργα χωρίς πολλαπλασιαστικά αναπτυξιακά αποτελέσματα, αμφισβητούμενα προγράμματα επιδοτήσεων και κατάρτισης χωρίς στοχεύσεις, υποδομές χωρίς εξασφαλισμένη λειτουργία και απόδοση, κ.λπ.

Επιπροσθέτως, στο τέλος του Γ΄ΚΠΣ, ξεπέρασε κάθε όριο η πρακτική των υπερδεσμεύσεων (130-140%), η ένταξη, δηλαδή, περισσότερων έργων πέρα και πάνω από τη διαθέσιμη χωρητικότητα των προγραμμάτων, κάτι που εξυπηρετεί μεν την ταχύτερη απορρόφηση μια και οι συμβάσεις που υπογράφονται είναι περισσότερες, αλλά κυρίως στοχεύουν στην «εξυπηρέτηση» περισσότερων φορέων με κριτήρια κάθε άλλο παρά αναπτυξιακά. Το αποτέλεσμα είναι να μένουν πολλά έργα ημιτελή, να συσσωρεύονται οι απλήρωτοι λογαριασμοί και ένας μακρύς κατάλογος έργων να βρίσκεται σε αναζήτηση εθνικών πόρων από το μη συγχρηματοδοτούμενο σκέλος του ΠΔΕ, ή σε αναμονή στον προθάλαμο του ΕΣΠΑ ως έργα-γέφυρες, τινάζοντας στον αέρα τον αρχικό σχεδιασμό του.

Οι παραπάνω πρακτικές μη στοχευμένης και μη αποδοτικής διάθεσης των, έτσι κι αλλιώς, περιορισμένων πόρων σε σχέση με τις ανάγκες της χώρας, διευκολύνονται από τις μεγάλες καθυστερήσεις που παρατηρούνται στην πορεία της υλοποίησης των προγραμμάτων. Ήδη, μετά από τα 3 πρώτα χρόνια (2007-2009) εφαρμογής του ΕΣΠΑ, οι απορροφήσεις, νομικές δεσμεύσεις και εντάξεις έργων, ανήλθαν μόλις σε 3,5%, 9,4% και 22% αντίστοιχα, όταν στα 3 πρώτα χρόνια (2000-2003) του Γ΄ΚΠΣ τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν 22%, 39% και 62%, τα οποία μάλιστα είχαν τότε υποστεί έντονη κριτική από την προηγούμενη κυβέρνηση.

Τρίτον, ελλειμματική είναι και η αξιοποίηση και βιωσιμότητα πολλών έργων που τελικά, ναι μεν ολοκληρώνονται, δεν λειτουργούν όμως αποδοτικά, ή εγκαταλείπονται μετά την εξάντληση των κοινοτικών χρηματοδοτήσεων. Αυτό αφορά μεγάλα έργα πληροφορικής που δεν ενσωματώνονται στη λειτουργία των φορέων τους, έργα μηχανογράφησης και αναδιοργάνωσης που δεν βελτιώνουν την ποιότητα και την ταχύτητα των παρεχόμενων υπηρεσιών, φράγματα χωρίς επαρκή αρδευτικά δίκτυα, δομές που δημιουργήθηκαν για τη στήριξη της επιχειρηματικότητας, όπως τα Κέντρα Υποδοχής Επενδυτών και τα Κέντρα Τεχνολογικής και Επιχειρηματικής Ανάπτυξης (ΚΕΤΑ) στις Περιφέρειες, που εγκαταλείφθηκαν μετά το τέλος των προγραμμάτων που τα χρηματοδοτούσαν, κ.λπ.

Πέρα από τις καθυστερήσεις και τα διαρθρωτικά προβλήματα στην ουσιαστική αξιοποίηση των κονδυλίων, το ΕΣΠΑ ταλανίζεται από τη ριζική αλλαγή του θεσμικού πλαισίου εφαρμογής που εισήγαγε η προηγούμενη κυβέρνηση, με νέες, μη αναγκαίες και πολύπλοκες διαδικασίες, όπως η ίδρυση νέων υπηρεσιών (θεματικές ειδικές υπηρεσίες συντονισμού, ενδιάμεσες διαχειριστικές αρχές δίπλα στις κύριες αρχές διαχείρισης, κ.λπ.), ή το καθεστώς εκχωρήσεων τμημάτων ενός προγράμματος από τη μία Διαχειριστική Αρχή στην άλλη, που καθιστούν το όλο σύστημα πιο συγκεντρωτικό, δαιδαλώδες και γραφειοκρατικό. Νέοι χρήσιμοι θεσμοί όπως η πιστοποίηση της διαχειριστικής επάρκειας των δικαιούχων, έχουν μετατραπεί σε τροχοπέδη, επειδή οι προβλεπόμενοι οργανισμοί όπως η ΔΗΜΟΣ ΑΕ που θα αναλάμβανε τα έργα των μικρών μη πιστοποιημένων Δήμων, δεν έχει ακόμη δημιουργηθεί. Στο πλαίσιο αυτό, η νέα κυβέρνηση έχει μακρύ και δύσκολο δρόμο, ενώ οι ανάγκες στήριξης της πραγματικής οικονομίας και της κοινωνίας εν μέσω κρίσης, είναι πιεστικές, και τα διαρθρωτικά προβλήματα που έχουν οδηγήσει την ανταγωνιστικότητα σε καταβαράθρωση, ζητούν άμεσες λύσεις. Ήδη, πέντε μήνες μετά τις εκλογές, τα περιθώρια έχουν πλέον εξαντληθεί και οι όποιες θεσμικές αλλαγές και αναθεωρήσεις του ΕΣΠΑ πρέπει να γίνονται «εν κινήσει», γιατί ο κίνδυνος απώλειας πόρων ή επικράτησης παλιών πρακτικών απορρόφησης χωρίς πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα και πραγματικό όφελος, είναι μεγάλος.

(Πηγή : ηλεκτρονική έκδοση του περιοδικού «Μεταρρύθμιση», Μάρτιος 2010, http://www.metarithmisi.gr)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: