Μηχανικοί και Ευκαιρίες Εργασίας

Εθελοντική αναζήτηση ευκαιριών από μηχανικούς για μηχανικούς

ΧΩΡΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ, ΣΤΕΡΕΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΚΑΙ ΗΠΕΙΡΟΥ : ΑΠΟΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΣΠΑ ΚΑΙ ΤΟ Γ΄ΚΠΣ

Posted by fch στο Απρίλιος 13, 2009

Δημοσιεύουμε τις απόψεις του συναδέλφου Στέλιου Ζαχαρόπουλου, Προέδρου της Δ.Ε. του Τ.Ε.Ε./ Τμ. Ανατ. Στερεάς για το ΕΣΠΑ και το Γ΄ΚΠΣ με αφορμή την 2η συνεδρίαση της Επιτροπής Παρακολούθησης του ΠΕΠ Θεσσαλίας, Στερεάς Ελλάδας και Ηπείρου.

ΑΠΟΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΣΠΑ ΣΤΗ ΧΩΡΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ, ΣΤΕΡΕΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΚΑΙ ΗΠΕΙΡΟΥ

 Το Τ.Ε.Ε. σε σχέση με το ΕΣΠΑ, ανέλαβε έγκαιρα πολλές πρωτοβουλίες. Η σημαντικότερη από αυτές αφορούσε τη διοργάνωση στην επικράτεια της χώρας συναντήσεις και τέλος συνέδριο, ώστε να αναδειχθούν όλα τα θέματα και οι ανάγκες στη βάση της οικοδόμησης των κατευθύνσεων και του περιεχόμενου του Προγράμματος. Σε σχέση με τη 2η σύγκλιση της  Επιτροπής Παρακολούθησης, κρίνεται σκόπιμο κατ’ αρχάς να γίνουν δύο παρατηρήσεις. Η πρώτη αφορά τον τρόπο με τον οποίο εκτέθηκε η θεματολογία με τα στοιχεία που τη συνόδευαν και μονοσήμαντα οδήγησαν σε τοποθετήσεις γενικόλογου προβληματισμού. Με αυτά τα δεδομένα είναι φανερό ότι η Επιτροπή δε μπορεί να αποδώσει αυτά που θα έπρεπε, κυρίως στο επίπεδο του στρατηγικού σχεδιασμού και διαμόρφωσης των βέλτιστων κατευθύνσεων για την υλοποίηση του Προγράμματος.

 Η ενημέρωση των μελών της Επιτροπής, μπορεί να γίνεται με διάφορους τρόπους και δεν είναι δυνατό να υποκαθιστά τις ανάγκες για τη διαγωγή συζήτησης, στο πλαίσιο ιεράρχησης προτεραιοτήτων και εξειδίκευσης των δράσεων και έργων του Π.Ε.Π. που προάγονται για υλοποίηση.

Ο ρόλος της Επιτροπής καταλήγει χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο και θέματα σημαντικά, σε σχέση με το πρόγραμμα και τις απαιτήσεις, δεν έχουν περιθώρια συνεκτίμησης.

 Ως παράδειγμα και ειδικότερα για την περιοχή ευθύνης μας: 

 Με ποιο τρόπο θα μπορέσει το Π.Ε.Π. να συμβάλλει στη μείωση της ρύπανσης του Ασωπού και του Μαλιακού ? 

 Πως μπορεί να αναπτυχθεί ο δευτερογενής τομέας παραγωγής, όταν δεν υπάρχουν οργανωμένοι χώροι υποδοχής ? 

 Είναι δυνατό να παραγνωρίζεται η ανάγκη χρηματοδότησης τεχνικών μελετών για τα έργα ?

 Μήπως με αυτό τον τρόπο θα οδηγηθούμε σε επιλεκτική υλοποίηση έργων ή δράσεων και όχι των περισσότερο αναγκαίων ?.

     

Το άλλο ζήτημα σχετίζεται με την κριτική, που από το Τ.Ε.Ε. έχει ασκηθεί διαχρονικά και κυρίως μετά από την ψήφιση του Ν.3614/Ο7.

Οι αρχικές μας διαπιστώσεις αποδείχθηκαν λίγες σε σχέση αυτές, που φαίνεται ότι υπάρχουν. Σήμερα η πλειοψηφία των πολιτών μας μπορεί να γνωρίζει για το ΕΣΠΑ, είναι όμως αμφίβολο εάν, έστω και μια μικρή τους  μειοψηφία, αναγνωρίζει ότι το Πρόγραμμα υλοποιείται.

Έχουν περάσει πάνω από δύο χρόνια και ο αγώνας που γίνεται δεν αφορά την υλοποίηση, αλλά τα θέματα διαχείρισης και της σύστασης των φορέων υλοποίησης.

Η διαχείριση του προγράμματος είναι Ελληνική υπόθεση. Από το Τ.Ε.Ε. έγκαιρα είχε διαγνωσθεί ο κίνδυνος της υπερβολής, ιδιαίτερα μετά την εμπειρία του Γ’ ΚΠΣ. Έγκαιρα προβλήθηκαν τα θέματα των αναγκών για αποσαφήνιση αρμοδιοτήτων, απλοποίησης διαδικασιών, τυποποίησης προκηρύξεων, αναθέσεων, ελέγχων κ.λπ.

Σε αντίθεση με αυτά και σε μια εποχή που η γραφειοκρατία πρέπει να μειώνεται, συστήνονται δομές, Ειδικές Υπηρεσίες, Ειδικές Γραμματείες, Ανώνυμες Εταιρείες, που τη διογκώνουν και την ανατροφοδοτούν.

Μέσα από αυτή την πραγματικότητα δεν εμφιλοχωρεί μεγάλη αισιοδοξία. Κυρίως για την αποτελεσματική συνδρομή του προγράμματος και επίσης για την απαίτηση να έχουμε ένα καλύτερο δημόσιο τομέα, όταν δεν θα υπάρχουν τα χρηματοδοτικά πακέτα.   

Η υστέρηση, που μέχρι σήμερα καταγράφεται για την αξιοποίηση των πόρων του προγράμματος, προφανώς και δε συντελεί στην επίτευξη στόχων όπως η βιώσιμη ανάπτυξη και η κοινωνική – οικονομική συνοχή.

Πολύ περισσότερο, όταν πρέπει να ικανοποιούνται θέματα πρωταρχικής σημασίας και βασικών υποδομών.

Μία προφανής αιτία είναι η μονοσήμαντη προσπάθεια που γίνεται για την αξιοποίηση των πόρων του Γ’ ΚΠΣ. Προσπάθεια όμως, που «σκόνταψε» σε εγγενείς οικονομικές αδυναμίες, με γνωστά τα αποτελέσματα.

Οι πληρωμές των εκτελεσμένων έργων να καθυστερούν σημαντικότατα και να φέρνουν σε απόγνωση όσους συμμετέχουν στην παραγωγή τους.

Από το Τ.Ε.Ε. υπάρχει κάθε διάθεση για συντεταγμένη συνδρομή στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων και δυνατοτήτων του.

Παρά του ότι στην περιοχή της χωρικής μας ενότητας λειτουργούν πέντε Περιφερειακά Τμήματα. Επίσης, παρά του ότι οι στόχοι του ΕΣΠΑ  δεν είναι οι ίδιοι για τις Περιφέρειες της ενότητας.

Ανήκουμε σε μια χωρική ενότητα, η οποία δεν έχει το προαπαιτούμενο υπόβαθρο, δηλαδή τη γεωγραφική και κοινωνική συνοχή.

Αυτό σημαίνει σημαντικές δυσκολίες για σχεδιασμούς, που θα έχουν ως επίφαση κοινές κατευθύνσεις για την κάλυψη αναγκών, στα πλαίσια μιας βιώσιμης ανάπτυξης.

Εάν στην προγραμματική περίοδο του ΕΣΠΑ, υπάρξει επανάληψη όσων συνέβησαν στην περίοδο του Γ’ ΚΠΣ, το κόστος θα είναι πολλαπλάσια αρνητικό. Σήμερα προαπαιτούνται όσο ποτέ στο παρελθόν, οι εύστοχες και αποδοτικές επιλογές σε σχέση με τη διαχείριση των πόρων.

Απαιτείται προγραμματισμός με συγκεκριμένες στοχεύσεις, που δεν θα βαθμονομείται από την απορροφητικότητα αλλά από τα συγκεκριμένα αποτελέσματα υλοποίησης των έργων.

 

Είναι γνωστό ότι από το ΕΣΠΑ της Περιφέρειας Στερεάς -λόγω στόχου «2»- δεν χρηματοδοτούνται έργα υποδομών της καθημερινότητας, που κυρίως για τις περιοχές της ενδοχώρας είναι άμεσης προτεραιότητας. Συνεπώς, οι Περιφέρειες της χωρικής ενότητας, δε μπορούν εύκολα να συμβαδίζουν στα πλαίσια μιας κοινής πολιτικής συνοχής.

 

Ειδικότερα και για την Περιφέρεια Στερεάς, το πρόβλημα δεν ανάγεται μόνο στη διαπίστωση συγκριτικής υστέρησης στα θέματα εξέλιξης του προγράμματος. Το σημαντικότερο όλων είναι ότι οι προγραμματιζόμενες δράσεις δεν εξυπηρετούν τις πραγματικές της ανάγκες, όπως των δύο άλλων Περιφερειών της ενότητας.

Για την Περιφέρεια Στερεάς, τα ζητήματα που αναφύονται, είναι ιδιαίτερα και πολλών διαστάσεων. Οι επιφυλάξεις και ενδοιασμοί, που μπορεί να συντρέχουν σε σχέση με το ΕΣΠΑ, έχουν εύλογα ερείσματα.

Από τις απαιτήσεις που αφορούν το εμπροσθοβαρές του προγράμματος, μέχρι τις μεγάλες ανάγκες για να αποδώσουν τα Ειδικά Αναπτυξιακά που έχουν διακηρυχθεί.

Τα Ειδικά Αναπτυξιακά πρέπει να συμπληρώνουν τον προγραμματισμό του ΕΣΠΑ, συνδυασμένα και παραγωγικά. Ο ρόλος τους δεν είναι δυνατό να εξαντλείται στην κάλυψη των ανειλημμένων υποχρεώσεων από άλλα προγράμματα.

Στα πλαίσια αυτά, για την περιοχή της Στερεάς Ελλάδας, είναι φανερό ότι προέχει η διαμόρφωση ενός επίκαιρου αναπτυξιακού σχεδιασμού.

 

Τέλος και συνοψίζοντας, επισημαίνεται ότι:

 Το διαχειριστικό σύστημα του ΕΣΠΑ είναι περισσότερο δαιδαλώδες από αυτό του Γ’ ΚΠΣ.

 Οι ενδιάμεσες διαχειριστικές αρχές υποβαθμίζονται, με ενίσχυση του ρόλου της κεντρικής διοίκησης σε βάρος των Περιφερειών.

 Τα όργανα δημοκρατικού προγραμματισμού, όπως το Περιφερειακό Συμβούλιο, υποβαθμίζονται. Για παράδειγμα στα κριτήρια δεν φαίνεται ότι απαιτείται απόφαση Περιφερειακού για τις εντάξεις.

 Η ανομοιογένεια των Περιφερειών στα όρια της χωρικής μας ενότητας είναι δεδομένη. Το θέμα αυτό, θα πρέπει διακριτά να λαμβάνεται υπόψη στα πλαίσια του προγραμματισμού. 

 Τα έργα – γέφυρες από το Γ’ ΚΠΣ, σε συνδυασμό με τη δυνατότητα αφαίμαξης πόρων για την υλοποίηση επιλογών της κεντρικής διοίκησης, φαίνεται ότι μπορούν ήδη να προκαθορίσουν σε πολύ μεγάλο βαθμό την πορεία του ΕΣΠΑ.

 

 

    

Στέλιος Ζαχαρόπουλος          

Πρόεδρος της Δ.Ε. του Τ.Ε.Ε./ Τμ. Ανατ. Στερεάς.

 

ΑΠΟΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ Γ’ ΚΠΣ

ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΣΤΕΡΕΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

 

Είναι γεγονός ότι το Γ’ ΚΠΣ, υπήρξε το περισσότερο φιλόδοξο αλλά και αμφιλεγόμενο πρόγραμμα όλων των προηγούμενων περιόδων. Δεν είναι μόνο οι ειδικοί όροι που τέθηκαν για την εξέλιξή του, με το διοικητικό μας μηχανισμό να δηλώνει τουλάχιστον αιφνιδιασμό στις περισσότερες των περιπτώσεων. Το σοβαρότερο όλων είναι ότι δύσκολα μπορεί κάποιος να σταχυολογεί τα οφέλη της περιοχής, κυρίως σε δύο κατευθύνσεις:

•           Την πραγματική αποτίμηση της κατάστασης, στα θέματα που αφορούν τις υποδομές μας, εννέα χρόνια μετά την έναρξη του προγράμματος.

•           Την οποιαδήποτε βελτίωση, που μπορεί να έχουμε αποκομίσει, στη βάση των αναγκών για τον εκσυγχρονισμό και εύρυθμη λειτουργία του Δημόσιου Τομέα και των Υπηρεσιών του.

 

Για τη βελτίωση του Δημόσιου Τομέα και των Υπηρεσιών, η απάντηση είναι εξόφθαλμα εύκολη. Η κατάσταση μπορεί να βελτιώθηκε σε κάποιες περιπτώσεις ελάχιστα, στις περισσότερες όμως έμεινε στάσιμη και εάν προσμετρηθούν οι αυτονόητες απαιτήσεις για την παροχή εξελιγμένων υπηρεσιών, δεν μπορεί παρά να προσημαίνεται αρνητικά.

Σε σχέση με τα θέματα αποτίμησης της κατάστασης θα αναφερθεί κατ’ αρχάς αυτό που σε επίπεδο Κοινωνίας βιώνεται ως αντίληψη. Ότι με το κλείσιμο της περιόδου τα οφέλη που εισπράττονται είναι πολύ μικρότερα των προσδοκώμενων και οι αιτίες είναι πολλές.

Υπήρξε αφαίμαξη πόρων για έργα εθνικής κλίμακας, που τελικά μπορεί να καταλήγουν και ως έργα – γέφυρες για το ΕΣΠΑ.

Σε αντίθεση με την επιχειρηματολογία για την ένταξη των έργων αυτών και τις αρχικές εκτιμήσεις ότι ως ώριμα, θα μπορούσαν να συνδράμουν στην αποφυγή ενδεχόμενης απώλειας πόρων, λόγω του κανόνα ν+2.

Η εκτέλεση του Γ’ ΚΠΣ καθυστέρησε και χαρακτηρίζεται διαχρονικά από την εναγώνια προσπάθεια απορρόφησης των πόρων.

Η ένταξη στο ΠΕΠ δράσεων και έργων, που εκτελέσθηκαν από Εθνικά Προγράμματα, δεν συνετέλεσε μόνο στη μη αξιοποίηση πόρων αλλά και στον αποπροσανατολισμό του, από τους αρχικούς στόχους. 

Ειδικότερα για την Περιφέρεια Στ. Ελλάδας, η στάθμιση των θεμάτων της απορρόφησης των πόρων σε συνδυασμό με την αποδοτικότητα και τους αρχικούς στόχους, κατέληξε να είναι γόρδιος δεσμός.

Οι δείκτες, που αφορούν την απορροφητικότητα δεν μπορεί να είναι το μοναδικό κριτήριο απόδοσης. Αξία έχει η συνδρομή του προγράμματος απέναντι στο ευρύτατο φάσμα των πραγματικών αναγκών. Πρόκειται για το μοναδικό κριτήριο που δεν πρέπει και δε μπορεί να παραγνωρίζεται.

Ένα από τα σοβαρότερα ζητήματα, που ετεροχρόνισε σημαντικά την εξέλιξη του προγράμματος ήταν οι ελλείψεις στα θέματα ωριμότητας των έργων με κυριότερη την έλλειψη τεχνικών μελετών. Τελικά κατορθώθηκε το σπάνιο επίτευγμα. Οι μελέτες για υποδομές, που είχαν ξεκινήσει πριν από την έναρξη του Γ’ ΚΠΣ για την υποστήριξη του προγράμματος, δεν έχουν ακόμη ολοκληρωθεί.

Το ποσοστό συγχρηματοδότησης στην πορεία διαφοροποιήθηκε και από 25% έγινε 20%. Αυτό είχε ως άμεση συνέπεια να μειωθεί το σύνολο της χρηματοδότησης στα πλαίσια της Εθνικής συμμετοχής και του Π.Δ.Ε., δηλαδή να μειωθεί η αποδοτικότητα του Προγράμματος.

Φθάσαμε στην εποχή να μην αποδίδονται έγκαιρα οι αμοιβές για τα έργα που έχουν εκτελεσθεί, με δυσβάσταχτες όπως είναι φυσικό τις συνέπειες σε βάρος όλων των συντελεστών για την παραγωγή τους.

Οι παραπάνω δεικτικές διαπιστώσεις, δε σημειώνονται μόνο σε σχέση με την αποτίμηση της κατάστασης και τη συμφωνία ή διαφωνία με τα όποια στατιστικά στοιχεία καταγράφονται με το πέρας του Π.Ε.Π.

Αφορούν τις προοπτικές της περιοχής, ιδιαίτερα στη βάση των αναγκών της, για την επόμενη προγραμματική περίοδο στα πλαίσια του ΕΣΠΑ.

Τα έργα-γέφυρες του Γ’ ΚΠΣ, θα απαιτήσουν το μεγαλύτερο μέρος των χρηματοδοτήσεων που αφορούν τα έργα και τις δράσεις του ΕΣΠΑ.

Εάν προστεθεί και το ότι η Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας -λόγω στόχου «2»- δεν θα έχει την ευχέρεια να υλοποιήσει δράσεις που αναφέρονται σε ελλείψεις βασικών υποδομών, το θέμα ανάγεται σε μείζον.

Το Ειδικό Αναπτυξιακό Πρόγραμμα που ανακοινώθηκε θα μπορούσε να απαλύνει μέχρι ένα βαθμό το πρόβλημα. Αρκεί να μην αναλωθεί μόνο για τα έργα του Γ’ ΚΠΣ, που δεν μπορεί να επιλέγονται από το ΕΣΠΑ.  

 

Χρειάζεται αποδοτική προσπάθεια και διάθεση για την ιεράρχηση των αναγκών και δρομολόγηση των σωστών επιλογών.

Έχουμε αφεθεί, για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα στην τύχη των δεικτών απορροφητικότητας και των στατιστικών στοιχείων.

Υπάρχει δυϊσμός μεταξύ των περιοχών μας και απαιτήσεις για υποδομές «πρώτης γραμμής», που οι Ο.Τ.Α. με τις μέχρι σήμερα χρηματοδοτήσεις δεν έχουν κατορθώσει να αντιμετωπίσουν.

Υπάρχουν ανάγκες πρωταρχικές όπως οι ΧΥΤΑ, τα θέματα οικιστικής ανάπτυξης, η οργάνωση υποδοχέων του δευτερογενούς τομέα και τα ζοφερά, ανά περίπτωση, ζητήματα περιβαλλοντικών επιπτώσεων, που συνεχώς διαπιστώνονται, χωρίς να τακτοποιούνται.

Παράλληλα, δεν μπορεί να μη σημειωθούν και οι μεγάλες ελλείψεις σε Εθνικού ενδιαφέροντος υποδομές, όπως το δίκτυο των Εθνικών οδών, το οποίο διασχίζει την ενδοχώρα μας.

Τα θέματα αυτά, που ενδεικτικά μνημονεύονται, για να αντιμετωπισθούν  αποδοτικά θα πρέπει υπάρχουν οι προϋποθέσεις.

Για την ανάπτυξη της περιοχής και ιεράρχηση των αναγκών, οι οποίες  από τα προγράμματα μπορεί να χρηματοδοτούνται, προέχει η ύπαρξη ενός συνολικότερου και επίκαιρου σχεδιασμού.

Διαφορετικά, υπάρχει άμεσος κίνδυνος, οι προσπάθειες που γίνονται να χαρακτηρίζονται χωρίς επάρκεια και εμβαλωματικές.

Σχεδιασμός, που για την εύστοχη και αποδοτική διαμόρφωσή του, θα πρέπει προφανώς να ενεργοποιηθούν όλα τα κύτταρα του δημοκρατικού μας προγραμματισμού.

 

 

 

Στέλιος Ζαχαρόπουλος          

Πρόεδρος Δ.Ε. του Τ.Ε.Ε./ Τμ. Αν. Στερεάς.

 

 

 

 

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: